Νέα στοιχεία της Eurostat για το 2025 δείχνουν ότι η Ελλάδα καταλαμβάνει την τελευταία θέση μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την απασχόληση των νέων πτυχιούχων. Το ποσοστό απασχόλησης για νέους ηλικίας 20 έως 34 ετών που έχουν αποφοιτήσει τα τελευταία τρία χρόνια διαμορφώνεται στο 62,4%, ενώ ο μέσος όρος της ΕΕ βρίσκεται στο 83%.
Μετρηθήκαμε και βρεθήκαμε λειψοί και σε σύγκριση με τις επιδόσεις της Ελλάδα το αμέσως προηγούμενο έτος. Το 2024 ήμασταν και πάλι στον πάτο της Ευρώπης, αλλά με ποσοστό απασχόλησης 72,7% – αισθητά υψηλότερο.
Η υποχώρηση του ποσοστού απασχόλησης των νέων πτυχιούχων προκαλεί έκπληξη με την πρώτη ματιά, με δεδομένο ότι το ίδιο διάστημα η ανεργία βαίνει μειούμενη και η συνολική απασχόληση αυξάνεται.
Μια πρώτη ερμηνεία είναι ότι η αύξηση της απασχόλησης έχει ως κύριες δεξαμενές τα άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (π.χ. συνταξιούχοι που επιστρέφουν στη δουλειά), τις γυναίκες (που όμως ξεκινάνε από πολύ πιο χαμηλά επίπεδα) και τις θέσεις εργασίας σε τουρισμό – εστίαση. Πρόκειται για δουλειές περιστασιακές ή εποχικές, με υψηλό βαθμό επισφάλειας και χαμηλούς μισθούς. Επίσης πρόκειται για δουλειές έντασης εργασίας και όχι έντασης γνώσης, που απαιτούν φθηνά και πρόθυμα εργατικά χέρια, και όχι μόρφωση και πτυχία. Λογικό είναι οι δουλειές να στελεχώνονται πιο εύκολα από αποφοίτους δευτεροβάθμιας ή βασικής εκπαίδευσης ή φοιτητές ή από μετακλητούς εργαζόμενους από τρίτες χώρες, παρά από άτομα που μόλις έχουν αποφοιτήσει και αναζητούν κάτι καλύτερο.
Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι η έλλειψη ποιοτικών θέσεων εργασίας για 30άρηδες με εξειδικευμένες γνώσεις. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που εντοπίζουν έρευνες του ΚΕΠΕ, διαπιστώνοντας «αιμορραγία εργατικού δυναμικού» από τις πλέον παραγωγικές ηλικίες 30-40 ετών. Η αγορά εργασίας τροφοδοτείται κυρίως από άτομα άνω των 55 και αλλοδαπούς εργαζόμενους, ενώ ο συνδυασμός γήρανσης του πληθυσμού και brain drain συντηρεί το πρόβλημα.