Ο άνθρωπος δεν διαθέτει μόνο την ικανότητα να σκέφτεται, να αισθάνεται και να αντιδρά στα γεγονότα της ζωής του.
Μπορεί, παράλληλα, να στρέφει την προσοχή του προς τις ίδιες του τις νοητικές διεργασίες: να παρατηρεί τι σκέφτεται, να αναγνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει μια κατάσταση, να αξιολογεί εάν οι στρατηγικές που χρησιμοποιεί τον βοηθούν και να επιλέγει διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης της εμπειρίας του. Η ικανότητα αυτή περιγράφεται με τον όρο μεταγνώση.
Ο Flavell (1979), ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της έννοιας, όρισε τη μεταγνώση ως τη γνώση και την επίγνωση που διαθέτει το άτομο σχετικά με τις γνωστικές του διεργασίες, καθώς και ως την ικανότητά του να τις παρακολουθεί και να τις ρυθμίζει. Μεταγενέστερα θεωρητικά μοντέλα ανέδειξαν δύο βασικές λειτουργίες της μεταγνώσης: τη μεταγνωστική παρακολούθηση, μέσω της οποίας το άτομο αξιολογεί την πορεία και την κατάσταση της σκέψης του, και τον μεταγνωστικό έλεγχο, μέσω του οποίου επιλέγει, τροποποιεί ή διακόπτει μια γνωστική στρατηγική (Nelson & Narens, 1990).