Όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1997 και 2012 (η Γενιά Ζ ή gen Z) αποτελούν την πιο καταρτισμένη γενιά στην πρόσφατη ιστορία, σύμφωνα με τους τελευταίους δείκτες του ΟΟΣΑ.
Το 50,2% των νέων ηλικίας 25 έως 34 ετών διαθέτει τίτλους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή πανεπιστημιακά προσόντα (το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 56,7% στην περίπτωση των γυναικών).
Αυτό σχεδόν διπλασιάζει το ποσοστό του 26,5% που είχε ολοκληρώσει πανεπιστημιακές σπουδές στη γενιά των γονιών τους.
Σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι πάνω από το 18% κατέχει μεταπτυχιακά ή ειδικευμένα μεταπτυχιακά πτυχία πριν από τα 30 έτη, το ποσοστό ολοκλήρωσης της ανώτερης δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης υπερβαίνει το 88% στην ΕΕ και πάνω από το 65% γνωρίζει άριστα τουλάχιστον μία δεύτερη γλώσσα, όλα αυτά υποστηριζόμενα από μια εγγενή ψηφιακή παιδεία και μια συνεχή κατάρτιση που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία της αγοράς εργασίας.
Οι νέοι της Gen Z, που έχουν συσσωρεύσει πτυχία, μεταπτυχιακά, γλώσσες και πιστοποιήσεις, μεγάλωσαν με την πεποίθηση ότι το να σπουδάσουν, να εξασφαλίσουν μια θέση σε μια σημαντική εταιρεία και να ανελιχθούν στην εταιρική ιεραρχία θα τους οδηγούσε στην επίτευξη της επιτυχίας και της οικονομικής ασφάλειας.
Ωστόσο, σήμερα, πρόκειται για μια γενιά με αβέβαιο μέλλον, η οποία ανακάλυψε ότι η παλιά συνταγή της επιτυχίας είχε «ψιλά γράμματα»: εργασιακή επισφάλεια, χρόνια εξάντληση και αίσθημα κενού.